Ενημέρωση

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

1.Γιατί η λεϊσμανίαση είναι σοβαρό νόσημα;
Η λεϊσμανίαση είναι μια παρασιτική νόσος, που προκαλείται από ένα πρωτόζωο με το όνομα Leismania Infantum. Είναι σημαντική για τον κτηνιατρικό κλάδο διότι μεταδίδεται κυρίως στους σκύλους, προκαλώντας μια βαριά ασθένεια, η οποία συνήθως καταλήγει σε θάνατο εάν δεν θεραπευτεί κατάλληλα. Επίσης, οι σκύλοι θεωρούνται βασική πηγή μόλυνσης για άλλους σκύλους, αλλά και για τον άνθρωπο. Ο σκύλος είναι το πιο αγαπητό κατοικίδιο για τις οικογένειες των αναπτυγμένων και αναπτυσσόμενων χωρών και η υγεία αυτών των πιστών συντρόφων είναι εξαιρετικά σημαντική για τους ιδιοκτήτες τους.
Έχει αναφερθεί ότι η νόσος προσβάλλει τους άγριους κυνίδες, τις γάτες και τα άλογα, στις ίδιες περιοχές όπου η νόσος ενδημεί στους σκύλους. Η λεϊσμανίαση είναι όντως μία από τις σοβαρότερες ζωονόσους σε παγκόσμιο επίπεδο και αιτία ασθένειας όχι μόνο για τους σκύλους αλλά και για τους ανθρώπους.
Η ανθρώπινη λεϊσμανίαση, που προκαλείται από διάφορα είδη λεϊσμανίας, περιλαμβάνει μια ομάδα ασθενειών ζωονοσογόνου και ανθρωπονοσογόνου χαρακτήρα. Σε αυτές συμπεριλαμβάνεται η σπλαχνική λεϊσμανίαση(LV), που επηρεάζει τα εσωτερικά όργανα, και είναι θανατηφόρα αν δεν θεραπευτεί κατάλληλα, και οι δερματικές και βλεννοδερματικές μορφές(LC), που προσβάλλουν το δέρμα και τις βλεννο-επιδερμικές συνδέσεις. Μερικές φορές αυτές οι μορφές θεραπεύονται με φυσικό τρόπο, αφήνοντας ωστόσο παραμορφωτικές ουλές. Η λεϊσμανίαση είναι μια από τις κύριες επιδημικές νόσους που μαστίζουν τους φτωχότερους λαούς του κόσμου, κυρίως στις αγροτικές και προαστιακές περιοχές.

2.Ποιά είδη λεϊσμανίας μεταδίδονται στους σκύλους;
Το σημαντικότερο είδος λεϊσμανίας για το σκύλο είναι η L.infantum στον Παλαιό Κόσμο, που είναι συνώνυμο του L.chagasi στηνΚεντρική και Νότια Αμερική. Στην πραγματικότητα, θεωρείται ότι το L.infantum μεταφέρθηκε στην αμερικανική ήπειρο μέσω των σκύλων των Ευρωπαίων αποικιστών κατά τον αποικισμό της Νότιας Αμερικής.

3.Πώς μεταδίδεται η λεϊσμανίαση στον σκύλο;
Η λεϊσμανία είναι ένα διφασικό παράσιτο,το οποίο για να ολοκληρώσει τον κύκλο της ζωής του χρειάζεται δύο ξενιστές. Ένα έντομο-φορέα με την κοινή ονομασία “σκνίπα”, που ανήκει στην ομάδα των φλεβοτόμων και φιλοξενεί την εξωκυτταρική μορφή εντερικών μαστιγωτών (flagellate),τη λεγόμενη “προμαστιγωτή” και ένα θηλαστικό μέσα στο οποίο αναπτύσσεται η ενδοκυτταρική μορφή, που ονομάζεται “αμαστιγωτή”. Όταν ένας θηλυκός φλεβοτόμος τρέφεται με αίμα θηλαστικού, εμβολιάζει σε αυτό προμαστιγωτά μέσω της προβοσκίδας του. Οι φλεβοτόμοι απομυζούν τα γεύματα αίματος τσιμπώντας τους σκύλους κυρίως στις περιοχές δέρματος
που ειναι ελλιπώς καλυμμένες, όπως το κεφάλι, η μύτη,τ α πτερύγια του αφτιού, η βουβωνική και περιπρωκτική περιοχή. Μόλις το παράσιτο εγχυθεί στο δέρμα του σπονδυλωτού ξενιστή, έχει ως αποτέλεσμα την ταχεία φαγωκυττάρωση από τα μακροφάγα. Το μακροφάγο περικυκλώνει το παράσιτο σχηματίζοντας ένα κυστίδιο, το λεγώμενο “φαγόσωμα”, και προσπαθεί να το σκοτώσει με τις μη ειδικές αμυντικές ενέργειές του. Ωστόσο, η λεϊσμάνια είναι ικανή να ξεφύγει από τις μακροφαγικές άμυνες, καταφέρνοντας να επιβιώσει και να πολλαπλασιάζεται στα μακροφάγα. Η επέκταση της μόλυνσης εξαρτάται από την αποτελεσματικοτήτα της ανοσοαπόκρισης του ξενιστή. Τα παράσιτα μπορούν στη συνέχεια να μεταφερθούν σε άλλους φλεβοτόμους, όπου τα αμαστίγωτα, που προσέλαβαν με το γεύμα αίματος, απελευθερώνονται από τα κύτταρα των θηλαστικών στα οποία βρισκονταν και μετατρέπονται σε προμαστιγωτά. Η φυσική μεταφορά επαληθεύεται μόνο στις περιοχές όπου υπάρχουν κατάλληλοι φορεις. Η επιβίωση του παρασίτου κατά τη διάρκεια του χειμώνα εξασφαλίζεται κυρίως από την παρουσία του στους μολυσμένους σκύλους, καθώς δεν έχει αποδειχθεί ποτέ καμία μετάδοση λεϊσμανίας μέσω των ωοθηκών στο έντομο-φορέα.

4.Ποιά είναι τα χαρακτηριστικά των φορέων λεϊσμανίασης;
Οι θηλυκοί φλεβοτόμοι του γένους Phlebotomus είναι οι κύριοι φορείς της λεϊσμάνιας. Τέτοιες σκνίπες υπάρχουν όλο το χρόνο κυρίως στις τροπικές χώρες ή είναι ενεργές κατά τους θερμούς μήνες του χρόνου  στις χώρες με εύκρατο κλίμα. Οι ενήλικοι φλεβοτόμοι δραστηριοποιούνται το λυκόφως και τη νύχτα από την άνοιξη έως το τέλος του φθινοπώρου στη λεκάνη της Μεσογείου και ολόκληρο το χρόνο στη Νότια Αμερική.
Οι φλεβοτόμοι δραστηριοποιούνται όταν η θερμοκρασία περιβάλλοντος κυμαίνεται μεταξύ 15 και 28 βαθμών Κελσίου και συνοδεύεται πάντα από αυξημένη σχετική υγρασία και απουσία ανέμου ή βροχής. Οι φλεβοτόμοι πετούν σε αποστάσεις που κυμαίνονται από 200 μέτρα έως 2,5 χλμ και έχουν τάση να εισέρχονται στα σπίτια τη νύχτα ελκόμενοι από τον θετικό φωτοτροπισμό τους.

5.Υπάρχουν αποδείξεις για τη μετάδοση της λεϊσμανίασης στους σκύλους που να αποδίδονται σε φορείς διαφορετικούς από τους φλεβοτόμους;

Οι σκνίπες είναι τα μοναδικά αρθρόποδα που έχουν προσαρμοστεί στη βιολογική μετάδοση της λεϊσμανίας. Η άμεση μετάδοση από σκύλο σε σκύλο θεωρείται στις Η.Π.Α. υπεύθυνη για την μόλυνση από τη λεϊσμανία σκύλων που ανήκουν μόνο στη ράτσα φόξ χάουντ, χωρίς να υπάρχουν γνωστοί φορείς. Ωστόσο,αυτή η υπόθεση δεν έχει επιβεβαιωθεί ακόμη από δοκιμές. Η διαπλακούντια μετάδοση της μόλυνσης στους σκύλους μοιάζει με σπάνιο συμβάν, ωστόσο είναι πιθανή. Πρόσφατα αναφέρθηκε και η αφροδίσια μετάδοση στον σκύλο. Έχει κατεγραφεί και η μετάδοση μέσω της χρήσης μολυσμένου αίματος, η οποία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στις περιοχές όπου οι δωρήτες αίματος θα μπορούσαν να είναι φορείς της μόλυνσης. Ωστόσο, οι τρόποι μετάδοσης που δεν συνδέονται με τους φλεβοτόμους φορείς, δεν διαδραματίζουν σπουδαίο ρόλο στη φυσική ιστορία και στην επιδημιολογία της λεϊσμανίασης.

6.Η λεϊσμανίαση των σκύλων παρατηρείται και σε μη ενδημικές περιοχές;

Η λεϊσμανίαση έχει διαγνωστεί και σε μη ενδημικές χώρες σε σκύλους που έζησαν ή ταξίδεψαν σε ενδημικές περιοχές. Σπάνια αναφέρονται περιπτώσεις λεϊσμανίασης υποθετικά σε αυτόχθονες και σε μη ενδημικές περιοχές. Αυτό εξηγείται κυρίως με τη μετακίνηση οχημάτων ή άλλων μέσων που μετέφεραν ακούσια μολυσμένους φλλεβοτόμους.

7.Ποιές είναι οι απόψεις για τη δημόσια υγεία που συνδέονται με τη λεϊσμανίαση των σκύλων1

Οι σκύλοι θεωρούνται η πιο σημαντική πηγή L.infantum για τους ανθρώπους. Η παρουσία μολυσμένων σκύλων κοντά σε ανθρώπους συνδέεται βέβαια με τη μετάδοση λοιμώξεων, αλλά η παρουσία ενός μολυσμένου σκύλου στο σπίτι δεν φαίνεται να αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο μόλυνσης για την ίδια την οικογένεια, όταν η μετάδοση έχει ήδη συμβεί σε αυτήν την περιοχή.
Παρ’ όλα αυτά, ο κίνδυνος για τους ιδιοκτήτες των σκύλων με λεϊσμανίαση είναι μάλλον πολύ περιορισμένος και σε κάθε περίπτωση σχεδόν παρεμφερής με εκείνο των ανθρώπων που κατοικούν στην ίδια περιοχή (με ή χωρίς σκύλους).

8.Ποιά είναι τα συνηθέστερα κλινικά συμπτώματα της λεϊσμανίασης;

Τα κύρια κλινικά συμπτώματα της λεϊσμανίασης περιλαμβάνουν επιδερμικά συμπτώματα,γενικευμένη λεμφαδενομεγαλεία,σταδιακή απώλεια σωματικού βάρους, μυϊκή ατροφία, απώλεια όρεξης, δυσανεξία στην άσκηση, λήθαργο, σπληνομεγαλία, πολυουρία και πολυδιψία, οφθαλμικές βλάβες, επίσταξη, ονυχογρίπωση, χωλότητα, έμετο και διάρροια.Υπάρχει, ωστόσο, και μία ευρεία ποικιλία ακαθόριστων κλινικών συμπτωμάτων. Αυτό αποδίδεται στους διαφορετικούς παθογενετικούς μηχανισμούς της νόσου.

9.Ποιά είναι τα βήματα που προτείνονται για να γίνει σωστή διάγνωση της λεϊσμανίασης των σκύλων;

Η διάγνωση της λεϊσμανίασης των σκύλων είναι μια πολύπλοκη διαδικασία που απαιτεί τη σύνθεση διαφόρων στοιχίων, τα οποία αν συνδιαστούν οδηγούν σε μια πιθανή διάγνωση. Η επίτευξη ενός τέτοιου συμπεράσματος απαιτεί την ταυτόχρονη ύπαρξη ενός συνδιασμού κλινικών συμπτωμάτων, κλινικο-παθολογικών ανωμαλιών και θετικής έκβασης συγκεκριμένων εργαστηριακών εξετάσεων.
Σε σκύλους με κλινικά συμπτώματα και/ή κλινικο-παθολογικές ανωμαλίες συμβατές με τη λεϊσμανίαση είναι απαραίτητο να γίνει μια παρασιτολογική επιβεβαίωση. Η παρουσία του παρασίτου μπορεί να διαπιστωθεί με έμμεσες μεθόδους (αντισώματα στον ορό κατά της λεϊσμανίας) ή άμεσες μεθόδους (ολόκληρο παράσιτο ή παρασιτικό DNA).
Η ανίχνευση ειδικών αντισωμάτων στον ορό κατά της λεϊσμάνιας (IgG), μπορεί να πραγματοποιηθεί με ποσοτικές ορολογικές τεχνικές όπως η εξέταση ανοσοφθορισμού (IFAT) ή η δοκιμή ELISA (enzyme-linked immunosorbent assay).
Η ανίχνευση του ειδικού DNA του παρασίτου στους ιστούς μέσω του PCR είναι μια εξαιρετικά ευαίσθητη και εξειδικευμένη εξέταση. Η εξέταση αυτή μπορεί να γίνει σε δείγματα ιστών, σε αίμα, σε σωματικά υγρά, ή ακόμη και σε ιστιπαθολογικά δείγματα. Η εξέταση PCR σε μυελό των οστων, λεμφογάγγλια, σπλήνα ή επιδερμίδα έχει καλύτερα αποτελέσματα. Αυτή η μέθοδος είναι ευαίσθητη, σε βαθμό δηλαδή που να διαπιστώνει την ύπαρξη πολύ χαμηλών παρασιτικών φορτίων. Η εξέταση PCR είναι τόσο ευαίσθητη που συχνά προκύπτει θετική στις ενδημικές περιοχές ακόμη και σε κλινικά υγιή ζώα.

10.Πρέπει να πραγματοποιούνται διαγνωστικές έρευνες και σε σκύλους κλινικά υγιείς που κατοικούν στις ενδημικές περιοχές;
Οι υγιείς σκύλοι που ζουν ή που έχουν παραμείνει για κάποιο διάστημα σε ενδημική περιοχή, θα πρέπει να υποβάλλονται σε εξέταση αντισωμάτων κατά της λεϊσμανίασης, κατόπιν συμφωνίας με τους ιδιοκτήτες, για να αξιολογείται πρώιμα η παρουσία μόλυνσης, πριν εκδηλωθεί πλήρως η ασθένεια. Ο πρώιμος εντοπισμός της ασθένειας, οφελεί σε μεγάλο βαθμό τον ασθενή όσον αφορα τη θεραπεία.
Για τον λόγο αυτόν συνιστάται να ελέγχχονται τουλάχιστον ανά 6 μήνες.

11.Ποιά είναι η αποτελεσματικότερη θεραπεία για τη λεϊσμανίαση των σκύλων;
Η αντιμονιακή Ν-μεθυλο-γλυκαμίνη, η αμινοσιδίνη και η μιλτεφοσίνη είναι μέχρι σήμερα τα μοναδικά καταχωρισμένα φάρμακα στην Ευρώπη για τη θεραπεία της λεϊσμανίασης των σκύλων.(Εμπορικά σκευάσματα = GLUCANTIME, MILTEFORAN, ZILAPOYR)
Ο συνδυασμός αντιμονιακής-Ν-μεθυλο-γλυκαμίνης ή μιλτεφοσίνης  με την αλλοπουρινόλης θεωρείται προς το παρόν η αποτελεσματικότερη θεραπεία. Παρά τη βέλτιστη αποτελεσματικότητά της in vitro, δεν έχει βρεθεί κατάλληλη χρήση της αμινοσιδίνης στην κλινική πράξη εξαιτίας της υψηλής νεφροτοξικότητας και ωτοτοξικότητας.

12.Ένας σκύλος που έχει ιαθεί μπορεί να μολυνθει ξανα;
Η αναμόλυνση στις ενδημικές περιοχές, όπου οι σκύλοι ζουν στο ύπαιθρο, είναι πολύ πιθανή. Οι σκύλοι που ζουν στις ενδημικές περιοχές είναι συνεχώς εκτεθημένοι στα τσιμπήματα των φλεβοτομων, στην διάρκεια της εποχής μετάδοσης. Έχει αποδειχθεί ότι οι σκύλοι μπορεί να τσιμπηθούν από φλεβοτόμους εκατοντάδες φορές στη διάρκεια μιας νύχτας. Είναι πολύ πιθανό ότι αυτοί οι σκύλοι, οι οποίοι είναι αρχικά σε θέση να αντισταθούν στην μόλυνση, να υποκύψουν στο τέλος, όταν το παράσιτο επιτίθεται συνεχώς.

13.Πότε μπορώ να περιμένω υποτροπή/αναμόλυνση μέτα την θεραπεία;
Δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί αν και πότε ένα ζώο που έχει κάνει θεραπεία για λεϊσμανίαση μπορεί να υποτροπιάσει. Ούτε είμαστε ακόμη σε θέση να διακρίνουμε τις υποτροπές από τις αναμολύνσεις. Κάθε ζώο έχει μια ατομική απόκριση  στην ειδική θεραπεία, η οποία πιθανότατα θα καθορίζεται από την υποκείμενη κατάσταση του ανοσοποιητικού του συστήματος.
Μπορεί να αναφερθεί ως μέσος όρος των χρόνων υποτροπής/αναμόλυνσης 15-18 μήνες, με μερικα περιστατικά να υποτροπιάζουν πολύ πιο πριν και άλλα να μην παρουσιάζουν υποτροπές ακόμη και για 5-7 χρόνια.

14.Ποιοί είναι οι δείκτες που επιτρέπουν τη διάγνωση μιας υποτροπής/αναμόλυνσης μετά τη χρήση μιας ειδικής αποτελεσματικής θεραπείας;
Μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει συμβεί υποτροπή/αναμόλυνση σε άνα ζώο που έχει λάβει θεραπεία πιο πριν,

-όταν παρουσιάζονται συγχρόνως επανεμφάνιση/επιδείνωση των συμβατικών συμπτωμάτων.
-αύξηση των τίτλων των αντισωμάτων(τουλάχιστον δύο αραιώσεις).
Προφανώς, η άμεση εμφάνιση παρασιτικού φορτίου σε επίπεδο μυελού των οστών-λεμφογαγγλίων θα αρκεί για να το επιβεβαιώσει.